27.12.10

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ

Από το blog του φίλου Ηλία Τσαμήτρου
http://etsiamitros.blogspot.com


Με αφορμή το δημοσίευμα σχετικά με την απελευθέρωση πουλιών που βρίσκονταν σε κλουβιά και προορίζονταν για πούλημα.


(Συζητούν δυο αγόρια, κυνηγοί άγριων πουλιών στο Βέρμιο. Τα πουλιά τα κυνηγούν με παγίδα νερού και σήτα, μια παλιά πατροπαράδοτη πρακτική ανάμεσα στα παιδιά των βουνίσιων)

ΜΑΙΚ : Μπορείς να μου πεις γιατί πιάνουμε

πουλιά;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ : Γιατί; Τι εννοείς γιατί;

Μ : Αυτό που ρωτώ. Γιατί καθόμαστε εδώ τώρα πίσω από τη

σήτα κι ενεδρεύουμε; Γιατί κάνουμε τόσο κόπο για να

στήσουμε τη σήτα, γιατί τελικά τα πιάνουμε όλα αυτά τα πουλιά;

Σ : Ρε συ...

Μ : Το’ χεις σκεφτεί αυτό ποτέ;

Σ : Όχι.

Μ : Εγώ το σκέφτομαι συχνά.

Σ : Δε χρειάζεται σκέψη αυτό το πράγμα.

Μ : Δεν το θέλω! Μόνο του έρχεται στο νου μου το ερώτημα.

Σ : Είναι σπαστικό.

Μ : Το ξέρω.

Σ : Δεν το ξέρεις! Δεν εννοώ το ερώτημα. Εννοώ να το παίρνεις

στα σοβαρά. Είναι απλώς ένα χόμπι.

Μ : Ναι...

Σ : Άλλοι παίζουν χαρτιά, κάνουν ποδήλατο, παίζουν μπάλα,

τένις, βόλεϊ, όλα αυτά γαμώ το.

Μ : Το ξέρω...

Σ : Ε, εμείς πιάνουμε πουλιά! Κακό είναι;

Μ : Ξέρω 'γώ; Εσύ θα μου πεις. Κάνουμε κάτι κακό;

Σ : Εσύ αυτό νομίζεις;

Μ : Καμιά φορά.

Σ : Νοιώθεις τύψεις ρε Μάικ; Δεν το πιστεύω.

Μ : Καμιά φορά είπα γαμώτο. Ειδικά όταν ψοφούν στα κλουβιά.

Σ : Είναι ξεροκέφαλα, γι' αυτό ψοφούν. Δεν προσαρμόζονται.

Μ : Ναι, το ξέρω, προτιμούν να ψοφήσουν, παρά να ζουν στο

κλουβί.

Σ : Βλακείες! Άσχετο αυτό.

Μ : Ποιο;

Σ : Ρε, είναι ανωμαλία αυτό. Τα πουλιά δεν προτιμούν.

Μ : ............

Σ : Ούτε επιλέγουν. Ούτε αγαπούν, ούτε γουστάρουν. Τρώνε,

κουτσουλάνε, γεννάνε, ψοφούν. Αυτό είναι.

Μ : Κελαηδάνε κιόλας.

Σ : Ναι, κελαηδάνε, ωραία, κελαηδάνε, ε και;

Μ : Κελαηδάνε πιο καλά όταν είναι ελεύθερα.

Σ : Σκατά κάνουν. Ρε συ, ψοφούνε στο κλουβί, αυτά που δε

μπορούν να προσαρμοστούν.

Μ : Δεν κελαηδάνε καλύτερα στα κλαριά;

Σ : Η εξέλιξη των ειδών, δεν έχεις ακούσει για Δαρβίνο; Φυσική

επιλογή.

Μ : Τι φυσική επιλογή; Αφού εμείς τα βάζουμε στο κλουβί...

Σ : Εμείς είμαστε η φύση στην περίπτωσή τους. Οι από μηχανής

Θεοί. Αλλάζουμε τα δεδομένα της ζωής τους.

Μ : Ναι, αλλά, με τη φυσική επιλογή καλυτερεύουν τα είδη.

Σ : Αυτό είναι σχετικό. Εξαρτάται σε τι απαντάει αυτή η εξέλιξη.

Μ : Και; Θα έχουμε εξέλιξη των πουλιών όταν φτιάξουμε είδη

που να ζουν στο κλουβί;

Σ : Αυτή είναι μια διεργασία που κρατάει χρόνια ρε, εκατομμύρια

χρόνια.

Μ : Άρα; Τίποτε δεν προλαβαίνουμε εμείς.

Σ : Σωστά, τίποτε. Αλλά εγώ γουστάρω να πιάνω πουλιά.

Μ : Κι εγώ. Γιατί νομίζεις πως το κάνω; Αλλά.....

Σ : Πάρ’ το σαν ευχαρίστηση. Γούστο μας.

Μ : Ναι, γούστο μας. Αλλά όταν ψοφούνε στο κλουβί δε μ' αρέσει

άλλο πια.

Σ : Και τι να γίνει; Αφού ψοφούνε!

Μ : Γιατί τα βάζουμε στα κλουβιά;

Σ : Τι να τα κάνουμε, αφού τα πιάνουμε!

Μ : Ναι, τι να τα κάνουμε;

Σ : Αν τ' αφήσουμε έστω κι ένα δευτερόλεπτο, θα φύγουνε, θα

πετάξουνε.

Μ : .............

Σ : Πέταξε το πουλί, δε λένε;

Μ : Κι αν φύγουνε τι; Καλύτερα που ψοφούνε;

Σ : Τι θέλεις ρε Μάικ; Να τα πιάνουμε και να τ' αφήνουμε μετά;

Αυτό θέλεις;

Μ : Δε λέω αυτό, αλλά, να...

Σ : Είναι κουφό αυτό ρε Μάικ. Απορώ που το σκέφτηκες.

Μ : Δεν το σκέφτηκα, όχι αυτό ακριβώς,....

Σ : Αλλά, περίπου ε; Να τα πιάνουμε, να τους χαϊδεύουμε το

κεφαλάκι και να τ' αφήνουμε μετά ε;

Μ : Είναι μια σκέψη ρε Στέφανε, μια σκέψη μόνο.

Σ : Και τι θα βγει;

Μ : Δε θα ψοφούνε, θα ζούνε ελεύθερα πάλι.

Σ : Μαύρη ζωή θα κάνουνε. Όλο θα κοιτούνε γύρω τους

καχύποπτα. Όταν τρώνε, όταν πίνουν....

Μ : Ναι, αλλά.....

Σ : .....θα περιμένουν μια σήτα να πέσει πάνω τους, και δυο

χερούκλες να τα μπαγλαρώνουν.

Μ : Ας είναι, τουλάχιστον δε θα έχουν ψοφήσει.

Σ : Μα πες μου, είναι ζωή αυτή που θα κάνουν;

Μ : Ώστε τα φυλακίζουμε για το καλό τους ε;...

Σ : Δεν είναι μονάχα αυτό, σκέψου πως θα προειδοποιούν και τ'

άλλα. Δε θα μπορούμε να τσακώνουμε κανένα σε λίγο καιρό.

Όλα θα είναι ειδοποιημένα.

Μ : Καλό αυτό, θα δυσκολέψει λιγάκι και το κυνήγι.

Σ : Θα γίνει αδύνατο!

Μ : Χα, του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο.......

Σ : Μήπως υπονοείς πως θα πρέπει ίσως να τα τρώμε; Οι

κυνηγοί και οι ψαράδες τα τρώνε τα θηράματα, χε χε χε!

Μ : Όχι ρε, άσε τις βλακείες, απλώς λυπάμαι όταν ψοφούνε στο

σκατόκλουβο, αυτό είναι όλο.

Σ : Κι εγώ δε χαίρομαι. Ματώνει η καρδιά μου.

Μ : Ας τ' αφήνουμε ρε Στέφανε. Όχι όλα, τα πιο όμορφα

τουλάχιστον. Τις καρδερίνες...

Σ : Τις καρδερίνες; Γιατί τις καρδερίνες;

Μ : Όταν ψοφούν αυτές λυπάμαι διπλά.

Σ : Πώς έτσι; Τ' άλλα δεν έχουν ψυχή;

Μ : Έχω αδυναμία στις καρδερίνες, σε παρακαλώ, τις

καρδερίνες τουλάχιστον...

Σ : Καλά θα δούμε, άσε να το σκεφτώ.

Μ : Σκέψου το. Πες μου όταν αποφασίσεις. Ό,τι πεις θα κάνω.

Σ : Καλά, θα το σκεφτώ, αλλά μόνο για τις καρδερίνες.

Μ : Ναι.

Σ : Κι εγώ τις έχω αδυναμία.

Μ : Δεν το ήξερα.

Σ : Έτσι είναι, τις γουστάρω.

Μ : Κι εγώ.

Σ : Είναι ψυχούλες οι καρδερίνες....

Μ : Είναι, πώς να σου πω; Σα να έχουν άνθρωπο μέσα τους..

Σ : Ας είναι. Θ' αφήνουμε όλες τις καρδερίνες.

Μ : Κι αυτές με το κόκκινο;

Σ : Ναι, κι αυτές με το κόκκινο!

Μ : Ωραία, καλό αυτό.

Σ : Ναι, ωραία, ησύχασες τώρα;

Μ : Ναι.